Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
herrschen
[past form: herrschte]
01
κυβερνώ, βασιλεύω
Macht oder Kontrolle über ein Land oder Gebiet haben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
herrsche
γ΄ ενικό πρόσωπο
herrscht
ενεστώτα μετοχή
herrschend
απλός αόριστος
herrschte
παθητική μετοχή
geherrscht
Παραδείγματα
Manche Gruppen wollen über andere herrschen.
Ορισμένες ομάδες θέλουν να κυριαρχούν σε άλλες.



























