die herrschaft
herr
ˈhɛʁ
χερ
schaft
ʃaft
σαφτ

Ορισμός και σημασία του "herrschaft"στα γερμανικά

Die Herrschaft
01

βασιλεία, κυριαρχία

Die Macht oder Kontrolle über ein Land oder Volk 
die Herrschaft definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Herrschaften
γενική πτώση
Herrschaft
Παραδείγματα
Die Herrschaft des Königs dauerte viele Jahre. 

Η βασιλεία του βασιλιά διήρκεσε πολλά χρόνια.

02

έλεγχος, κυριαρχία

die Fähigkeit, etwas zu beherrschen, zu kontrollieren oder zu meistern 
Παραδείγματα
Er verlor die Herrschaft über seine Gefühle. 

Έχασε τον έλεγχο των συναισθημάτων του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store