die Heimat
Pronunciation
/ˈhaɪ̯maːt/

Ορισμός και σημασία του "heimat"στα γερμανικά

01

πατρίδα, σπίτι

Der Ort, mit dem eine Person sich verbunden fühlt oder aufgewachsen ist
die Heimat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Heimat
πληθυντικός τύπος
Heimaten
Παραδείγματα
Sie fühlt sich in ihrer neuen Heimat wohl.
Αισθάνεται άνετα στη νέα της πατρίδα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store