die heilkunde
heilkunde
haɪ̯lkʊndə
hailkoondē

Ορισμός και σημασία του "heilkunde"στα γερμανικά

01

ιατρική, ιατρική επιστήμη

Die Wissenschaft und Praxis der Heilung von Krankheiten und Verletzungen 
die Heilkunde definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Heilkunden
γενική πτώση
Heilkunde
Παραδείγματα
Die Heilkunde hat sich in den letzten Jahrhunderten stark weiterentwickelt. 

Η ιατρική έχει αναπτυχθεί σημαντικά τους τελευταίους αιώνες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

heilkunde

heil

+

kunde

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store