das haustier
haustier
haʊ̯sti:ɐ
hawsti

Ορισμός και σημασία του "haustier"στα γερμανικά

01

κατοικίδιο ζώο, οικόσιτο ζώο

Tier, das im Haus gehalten und gepflegt wird 
das Haustier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Haustiere
γενική πτώση
Haustier(e)s
Παραδείγματα
Die Katze ist mein liebstes Haustier. 

Η γάτα είναι το αγαπημένο μου κατοικίδιο ζώο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store