die hausaufgabe
hausaufgabe
haʊ̯sʔaʊ̯fga:bə
hawsawfgabē
hauptaufgabe

Ορισμός και σημασία του "hausaufgabe"στα γερμανικά

Die Hausaufgabe
01

εργασία για το σπίτι, ασκήσεις

Aufgaben für Schüler zu Hause 
die Hausaufgabe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Hausaufgaben
γενική πτώση
Hausaufgabe
Παραδείγματα
Ich mache meine Hausaufgabe. 

Κάνω την εργασία μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store