haben
haben
ha:bɐn
habn
hauenhübenhafenhaken

Ορισμός και σημασία του "haben"στα γερμανικά

01

έχω, κατέχω

Besitz, Eigentum oder eine Eigenschaft ausdrücken 
haben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
habe
γ΄ ενικό πρόσωπο
hat
ενεστώτα μετοχή
habend
απλός αόριστος
hatte
παθητική μετοχή
gehabt
Παραδείγματα
Ich habe einen Hund. 

Εγώ έχω έναν σκύλο.

02

έχω, κατέχω

Hilfsverb zur Bildung der Perfekt-, Plusquamperfekt- und Futur-II-Formen 
Παραδείγματα
Ich habe gegessen. 

Εγώ έχω φάει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store