Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
haben
[past form: hatte]
01
έχω, κατέχω
Besitz, Eigentum oder eine Eigenschaft ausdrücken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
habe
γ΄ ενικό πρόσωπο
hat
ενεστώτα μετοχή
habend
απλός αόριστος
hatte
παθητική μετοχή
gehabt
Παραδείγματα
Habt ihr genug Geld?
Έχετε αρκετά χρήματα;
02
έχω, κατέχω
Hilfsverb zur Bildung der Perfekt-, Plusquamperfekt- und Futur-II-Formen
Παραδείγματα
Hast du geschlafen?
Έχεις κοιμηθεί;



























