Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gültig
01
έγκυρος, ισχύων
Offiziell anerkannt und rechtskräftig für eine bestimmte Zeit
Παραδείγματα
Diese Regelung bleibt gültig.
Ο κανονισμός αυτός παραμένει έγκυρος.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
έγκυρος, ισχύων