grüßen
grü
ˈgʁy:
gry
ßen
sən
sēn

Ορισμός και σημασία του "grüßen"στα γερμανικά

grüßen
01

χαιρετώ, καλωσορίζω

Jemandem durch Worte oder Gesten zeigen, dass man ihn erkennt oder respektiert 
grüßen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
grüße
γ΄ ενικό πρόσωπο
grüßt
ενεστώτα μετοχή
grüßend
απλός αόριστος
grüßt
παθητική μετοχή
gegrüßt
Παραδείγματα
Ich grüße meine Nachbarn jeden Morgen. 

Εγώ χαιρετώ τους γείτονές μου κάθε πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store