Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grüßen
[past form: grüßt]
01
χαιρετώ, καλωσορίζω
Jemandem durch Worte oder Gesten zeigen, dass man ihn erkennt oder respektiert
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
grüße
γ΄ ενικό πρόσωπο
grüßt
ενεστώτα μετοχή
grüßend
απλός αόριστος
grüßt
παθητική μετοχή
gegrüßt
Παραδείγματα
Die Kinder grüßen den Lehrer beim Betreten des Klassenzimmers.
Τα παιδιά χαιρετούν τον δάσκαλο όταν μπαίνουν στην τάξη.



























