gründlich
gründ
ˈgʁʏnt
grunt
lich
lɪç
lich
mündlich

Ορισμός και σημασία του "gründlich"στα γερμανικά

gründlich
01

διεξοδικός, προσεκτικός

Mit viel Sorgfalt und Aufmerksamkeit gemacht 
gründlich definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am gründlichsten
συγκριτικός βαθμός
gründlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Arbeit, Qualität, Verhalten
Παραδείγματα
Er hat eine gründliche Untersuchung gemacht. 

Έκανε μια λεπτομερή έρευνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store