Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
großflächig
01
μεγάλης κλίμακας, εκτεταμένος
Über eine große Fläche verteilt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am großflächigsten
συγκριτικός βαθμός
großflächiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Auf dem Boden lag ein schöner großflächiger Perserteppich.
Στο πάτωμα ήταν απλωμένο ένα όμορφο μεγάλης επιφάνειας περσικό χαλί.



























