die grafik
gra
ˈgʁa:
gra
fik
fɪk
fik
Gra­phik

Ορισμός και σημασία του "grafik"στα γερμανικά

01

γράφημα, διάγραμμα

Bildliche Darstellung von Daten oder Informationen 
die Grafik definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Grafiken
γενική πτώση
Grafik
Παραδείγματα
Die Grafik zeigt das Wachstum der Bevölkerung. 

Το γραφικό δείχνει την αύξηση του πληθυσμού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store