das Gleis
Pronunciation
/ɡlaɪ̯s/

Ορισμός και σημασία του "gleis"στα γερμανικά

Das Gleis
[gender: neuter]
01

σιδηροδρομική γραμμή, ράγα

Ein Schienenweg, auf dem Züge fahren
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Gleises
πληθυντικός τύπος
Gleise
Παραδείγματα
Vorsicht beim Überqueren der Gleise!
Προσοχή κατά τη διέλευση των σιδηροτροχιών !
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store