das gleis
gleis
glaɪ̯s
glais
greis

Ορισμός και σημασία του "gleis"στα γερμανικά

01

σιδηροδρομική γραμμή, ράγα

Ein Schienenweg, auf dem Züge fahren 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Gleise
γενική πτώση
Gleises
Παραδείγματα
Der Zug fährt auf Gleis 5 ab. 

Το τρένο αναχωρεί από την γραμμή 5.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store