Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Gleis
[gender: neuter]
01
σιδηροδρομική γραμμή, ράγα
Ein Schienenweg, auf dem Züge fahren
Παραδείγματα
Vorsicht beim Überqueren der Gleise!
Προσοχή κατά τη διέλευση των σιδηροτροχιών !
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
σιδηροδρομική γραμμή, ράγα