Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Gleichstellung
[gender: feminine]
01
ισότητα των φύλων, ισότητα των γενών
Der Zustand gleicher Rechte, Pflichten und Chancen für alle Geschlechter in einer Gesellschaft
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Gleichstellung
πληθυντικός τύπος
Gleichstellungen
Παραδείγματα
Die Gleichstellung von LGBTQ+-Personen ist ein aktuelles Thema.
Η ισότητα των ατόμων LGBTQ+ είναι ένα επίκαιρο θέμα.
Λεξικό Δέντρο
gleichstellung
gleich
stellung



























