Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
glauben
01
πιστεύω, νομίζω
Etwas für wahr oder richtig halten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
glaube
γ΄ ενικό πρόσωπο
glaubt
ενεστώτα μετοχή
glaubend
απλός αόριστος
glaubte
παθητική μετοχή
geglaubt
Παραδείγματα
Ich glaube dir.
Σε πιστεύω.



























