glauben
Pronunciation
/ˈɡlaʊ̯bən/

Ορισμός και σημασία του "glauben"στα γερμανικά

glauben
01

πιστεύω, νομίζω

Etwas für wahr oder richtig halten
glauben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
glaube
γ΄ ενικό πρόσωπο
glaubt
ενεστώτα μετοχή
glaubend
απλός αόριστος
glaubte
παθητική μετοχή
geglaubt
Παραδείγματα
Glaub mir, es wird gut!
Πίστεψέ με, θα πάει καλά!
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store