Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gewöhnen
01
συνηθίζω, προσαρμόζομαι
Sich an etwas Neues oder Ungewohntes langsam anpassen oder daran gewöhnen
Παραδείγματα
Er hat sich an das Leben in der Stadt gewöhnt.
Έχει συνηθίσει τη ζωή στην πόλη.
02
συνηθίζω, εθίζω
jemanden oder etwas so beeinflussen, dass er, sie oder es etwas regelmäßig tut oder akzeptiert
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gewöhne
γ΄ ενικό πρόσωπο
gewöhnt
ενεστώτα μετοχή
gewöhnend
απλός αόριστος
gewöhnte
παθητική μετοχή
gewöhnt
Παραδείγματα
Der Körper wird an die Belastung gewöhnt.
Το σώμα συνηθίζει στο φορτίο.



























