Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gewohnt
01
συνηθισμένος, εξοικειωμένος
An etwas vertraut oder an eine Situation oder Handlung durch Wiederholung angepasst
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am gewohntesten
συγκριτικός βαθμός
gewohnter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ich bin es gewohnt, früh aufzustehen.
Είμαι συνηθισμένος να ξυπνάω νωρίς.



























