Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gesellig
01
κοινωνικός, συναναστρεφόμενος
Die Gesellschaft anderer Menschen genießend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am geselligsten
συγκριτικός βαθμός
geselliger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Gesellige Menschen haben oft viele Freunde.
Οι κοινωνικοί άνθρωποι έχουν συχνά πολλούς φίλους.
02
κοινωνικός, ευχάριστος
angenehm, unterhaltsam und für gemeinsames Beisammensein geeignet
Παραδείγματα
Die Musik sorgte für eine gesellige Stimmung.
Η μουσική δημιούργησε μια κοινωνική ατμόσφαιρα.



























