gesellig

Ορισμός και σημασία του "gesellig"στα γερμανικά

01

κοινωνικός, συναναστρεφόμενος

Die Gesellschaft anderer Menschen genießend
gesellig definition and meaning
Παραδείγματα
Gesellige Menschen haben oft viele Freunde.
Οι κοινωνικοί άνθρωποι έχουν συχνά πολλούς φίλους.
02

κοινωνικός, ευχάριστος

angenehm, unterhaltsam und für gemeinsames Beisammensein geeignet
Παραδείγματα
Die Musik sorgte für eine gesellige Stimmung.
Η μουσική δημιούργησε μια κοινωνική ατμόσφαιρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store