das gepäck
ge
päck
ˈpek
pek
gebäck

Ορισμός και σημασία του "gepäck"στα γερμανικά

01

αποσκευές, βαλίτσες

Taschen, Koffer oder andere Dinge, die man auf Reisen mitnimmt 
das Gepäck definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Gepäck(e)s
Παραδείγματα
Ich habe mein Gepäck am Flughafen abgegeben. 

Παράδωσα τις αποσκευές μου στο αεροδρόμιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store