Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Geologie
[gender: feminine]
01
γεωλογία, επιστήμη των πετρωμάτων και της Γης
Die Wissenschaft von Gesteinen und der Erde
Παραδείγματα
Die Geologie erklärt, wie Berge entstehen.
Η γεωλογία εξηγεί πώς σχηματίζονται τα βουνά.


























