genügen
genügen
gəny:gng
gēnygng

Ορισμός και σημασία του "genügen"στα γερμανικά

genügen
01

αρκώ, είμαι αρκετός

Ausreichend sein 
genügen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
genüge
γ΄ ενικό πρόσωπο
genügt
ενεστώτα μετοχή
genügend
απλός αόριστος
genügte
παθητική μετοχή
genügt
Παραδείγματα
Zwei Stunden Schlaf genügen nicht. 

Δύο ώρες ύπνου δεν αρκούν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store