Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
genügen
01
αρκώ, είμαι αρκετός
Ausreichend sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
genüge
γ΄ ενικό πρόσωπο
genügt
ενεστώτα μετοχή
genügend
απλός αόριστος
genügte
παθητική μετοχή
genügt
Παραδείγματα
Zwei Stunden Schlaf genügen nicht.
Δύο ώρες ύπνου δεν αρκούν.



























