Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
genügen
[past form: genügte]
01
αρκώ, είμαι αρκετός
Ausreichend sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
genüge
γ΄ ενικό πρόσωπο
genügt
ενεστώτα μετοχή
genügend
απλός αόριστος
genügte
παθητική μετοχή
genügt
Παραδείγματα
Manchmal genügt ein Lächeln, um jemanden glücklich zu machen.
Μερικές φορές αρκεί ένα χαμόγελο για να κάνει κάποιον ευτυχισμένο.



























