genügen
Pronunciation
/ɡəˈnyɡən/

Ορισμός και σημασία του "genügen"στα γερμανικά

genügen
[past form: genügte]
01

αρκώ, είμαι αρκετός

Ausreichend sein
genügen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
genüge
γ΄ ενικό πρόσωπο
genügt
ενεστώτα μετοχή
genügend
απλός αόριστος
genügte
παθητική μετοχή
genügt
Παραδείγματα
Manchmal genügt ein Lächeln, um jemanden glücklich zu machen.
Μερικές φορές αρκεί ένα χαμόγελο για να κάνει κάποιον ευτυχισμένο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store