genießen
ge
nießen
ˈni:sn
nisn
genieren

Ορισμός και σημασία του "genießen"στα γερμανικά

genießen
01

απολαμβάνω

Etwas bewusst und mit Freude erleben oder zu sich nehmen 
genießen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
genieße
γ΄ ενικό πρόσωπο
genießt
ενεστώτα μετοχή
genießend
απλός αόριστος
genoss
παθητική μετοχή
genossen
Παραδείγματα
Ich genieße den sonnigen Tag im Park. 

Απολαμβάνω τη ηλιόλουστη μέρα στο πάρκο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store