Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
genießen
01
απολαμβάνω
Etwas bewusst und mit Freude erleben oder zu sich nehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
genieße
γ΄ ενικό πρόσωπο
genießt
ενεστώτα μετοχή
genießend
απλός αόριστος
genoss
παθητική μετοχή
genossen
Παραδείγματα
Er möchte sein Leben mehr genießen.
Θέλει να απολαμβάνει περισσότερο τη ζωή του.



























