genießen
Pronunciation
/ɡəˈniːsən/

Ορισμός και σημασία του "genießen"στα γερμανικά

genießen
01

απολαμβάνω

Etwas bewusst und mit Freude erleben oder zu sich nehmen
genießen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
genieße
γ΄ ενικό πρόσωπο
genießt
ενεστώτα μετοχή
genießend
απλός αόριστος
genoss
παθητική μετοχή
genossen
Παραδείγματα
Er möchte sein Leben mehr genießen.
Θέλει να απολαμβάνει περισσότερο τη ζωή του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store