Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gelegentlich
01
περιστασιακός, σποραδικός
Nicht regelmäßig, aber ab und zu
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am gelegentlichsten
συγκριτικός βαθμός
gelegentlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er macht gelegentliche Spaziergänge im Park.
Κάνει περιστασιακούς περιπάτους στο πάρκο.



























