Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Geborgenheit
[gender: feminine]
01
αίσθηση ασφάλειας, συναισθηματική προστασία
Ein tiefes Gefühl von Sicherheit, Wärme und emotionalem Schutz
Παραδείγματα
Dieses Zuhause strahlt Geborgenheit aus.
Αυτό το σπίτι εκπέμπει συναισθηματική ασφάλεια.


























