geboren
ge
bo
ˈbo:
bo
ren
rən
rēn

Ορισμός και σημασία του "geboren"στα γερμανικά

01

γεννημένος, γεννημένη

Zur Welt gekommen
geboren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Baby ist gestern geboren worden.
Το μωρό γεννήθηκε χθες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store