geboren
geboren
gəbo:ʁɐn
gēborn
gebärengeborgengegorengebogen

Ορισμός και σημασία του "geboren"στα γερμανικά

01

γεννημένος, γεννημένη

Zur Welt gekommen 
geboren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Leben, Zeit, Person
Παραδείγματα
Ich bin 1990 geboren. 

Γεννήθηκα το 1990.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store