der föhn
föhn
fø:n
feun

Ορισμός και σημασία του "föhn"στα γερμανικά

01

σεσουάρ, φουρνάκι

Ein elektrisches Gerät zum Trocknen der Haare mit warmer Luft 
der Föhn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Föhne
γενική πτώση
Föhns
Παραδείγματα
Ich benutze meinen Föhn jeden Morgen. 

Χρησιμοποιώ το πιστολάκι μαλλιών μου κάθε πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store