fruchtbar
fruchtbar
fʁʊxtba:ɐ̯
frookhtba
furchtbar

Ορισμός και σημασία του "fruchtbar"στα γερμανικά

01

γόνιμος, παραγωγικός

Wenn der Boden gut für das Wachstum von Pflanzen ist 
fruchtbar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am fruchtbarsten
συγκριτικός βαθμός
fruchtbarer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Boden, Landwirtschaft, Pflanzen
Παραδείγματα
Die Region hat sehr fruchtbaren Boden. 

Η περιοχή έχει πολύ γόνιμο έδαφος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store