fröhlich
fröh
ˈfʁø:
freu
lich
lɪç
lich
fraglichfraulichfreilich

Ορισμός και σημασία του "fröhlich"στα γερμανικά

01

χαρούμενος, ευδιάθετος

In guter Stimmung sein und Freude zeigen 
fröhlich definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am fröhlichsten
συγκριτικός βαθμός
fröhlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Stimmung, Emotion, Verhalten
Παραδείγματα
Sie ist immer fröhlich und lacht viel. 

Είναι πάντα χαρούμενη και γελάει πολύ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store