Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fröhlich
01
χαρούμενος, ευδιάθετος
In guter Stimmung sein und Freude zeigen
Παραδείγματα
Wir hatten eine fröhliche Feier.
Είχαμε μια χαρούμενη γιορτή.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
χαρούμενος, ευδιάθετος