die frucht
frucht
fʁʊxt
frookht
fluchtfeuchtfurchtfracht

Ορισμός και σημασία του "frucht"στα γερμανικά

01

φρούτο, καρπός

Essbarer Teil einer Pflanze, der aus der Blüte entsteht 
die Frucht definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Früchte
γενική πτώση
Frucht
Παραδείγματα
Äpfel und Birnen sind beliebte Früchte. 

Τα μήλα και τα αχλάδια είναι δημοφιλή φρούτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store