Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
frankieren
01
γραμματοσημαίνω, τοποθετώ γραμματόσημο
Einen Brief oder ein Paket mit einer Briefmarke versehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
frankiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
frankiert
ενεστώτα μετοχή
frankierend
απλός αόριστος
frankierte
παθητική μετοχή
frankiert
Παραδείγματα
Früher musste man jeden Brief selbst frankieren.
Παλιότερα, έπρεπε να γραμματοσηματίζεις κάθε γράμμα μόνος σου.



























