Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fortsetzen
01
συνεχίζω, ανανεώνω
Etwas Begonnenes weiterführen oder wiederaufnehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
fort
βασικό ρήμα
setzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
setze fort
γ΄ ενικό πρόσωπο
setzt fort
ενεστώτα μετοχή
fortsetzend
απλός αόριστος
setzt fort
παθητική μετοχή
fortgesetzt
Παραδείγματα
Können wir unser Gespräch später fortsetzen?
Μπορούμε να συνεχίσουμε τη συζήτησή μας αργότερα;



























