Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Forschung
[gender: feminine]
01
έρευνα, διερεύνηση
Systematische Suche nach neuen Erkenntnissen
Παραδείγματα
Ohne Forschung gibt es keinen Fortschritt.
Χωρίς έρευνα, δεν υπάρχει πρόοδος.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
έρευνα, διερεύνηση