der Forscher
Pronunciation
/ˈfɔʁʃɐ/

Ορισμός και σημασία του "forscher"στα γερμανικά

Der Forscher
[gender: masculine]
01

ερευνητής

Eine Person, die systematisch Wissen in einem bestimmten Gebiet sucht und neue Erkenntnisse gewinnt
der Forscher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
forschers
πληθυντικός τύπος
forscher
Παραδείγματα
Ein Forscher braucht viel Geduld und Neugier.
Ένας ερευνητής χρειάζεται πολλή υπομονή και περιέργεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store