Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
forschen
[past form: forschte]
01
ερευνώ
Systematisch nach neuen Erkenntnissen suchen oder wissenschaftlich untersuchen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
forsche
γ΄ ενικό πρόσωπο
forscht
ενεστώτα μετοχή
forschend
απλός αόριστος
forschte
παθητική μετοχή
geforscht
Παραδείγματα
Sie forschen gemeinsam an einem wichtigen Projekt.
Αυτοί ερευνών μαζί σε ένα σημαντικό έργο.



























