Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
formen
[past form: formte]
01
διαμορφώνω
Eine physische Form durch Bearbeitung eines Materials erschaffen
Παραδείγματα
Kinder formen Tiere aus Knete.
Τα παιδιά διαμορφώνουν ζώα από πλαστελίνη.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
διαμορφώνω