formen
for
ˈfɔʁ
fawr
men
mən
mēn

Ορισμός και σημασία του "formen"στα γερμανικά

formen
01

διαμορφώνω

Eine physische Form durch Bearbeitung eines Materials erschaffen 
formen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
forme
γ΄ ενικό πρόσωπο
formt
ενεστώτα μετοχή
formend
απλός αόριστος
formte
παθητική μετοχή
geformt
Παραδείγματα
Der Künstler formt eine Skulptur aus Ton. 

Ο καλλιτέχνης διαμορφώνει ένα γλυπτό από πηλό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store