Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
formen
[past form: formte]
01
διαμορφώνω
Eine physische Form durch Bearbeitung eines Materials erschaffen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
forme
γ΄ ενικό πρόσωπο
formt
ενεστώτα μετοχή
formend
απλός αόριστος
formte
παθητική μετοχή
geformt
Παραδείγματα
Kinder formen Tiere aus Knete.
Τα παιδιά διαμορφώνουν ζώα από πλαστελίνη.



























