Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fordern
01
απαιτώ, ζητώ
Etwas bestimmt und deutlich verlangen, oft mit Nachdruck oder Autorität
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fordere
γ΄ ενικό πρόσωπο
fordert
ενεστώτα μετοχή
fordernd
απλός αόριστος
forderte
παθητική μετοχή
gefordert
Παραδείγματα
Die Polizei fordert die Demonstranten zum Gehen auf.
Η αστυνομία απαιτεί οι διαδηλωτές να φύγουν.



























