fordern
fordern
fɔɐdɐn
fawdn
fördern

Ορισμός και σημασία του "fordern"στα γερμανικά

fordern
01

απαιτώ, ζητώ

Etwas bestimmt und deutlich verlangen, oft mit Nachdruck oder Autorität 
fordern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fordere
γ΄ ενικό πρόσωπο
fordert
ενεστώτα μετοχή
fordernd
απλός αόριστος
forderte
παθητική μετοχή
gefordert
Παραδείγματα
Die Arbeiter fordern mehr Lohn. 

Οι εργαζόμενοι απαιτούν περισσότερο μισθό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store