Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Formalität
01
eine vorgeschriebene oder übliche Handlung, die offiziell nötig ist , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Formalität
πληθυντικός τύπος
Formalitäten
Παραδείγματα
Vor der Anmeldung müssen noch einige Formalitäten erledigt werden.



























