Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flanieren
[past form: flanierte]
01
περιπατώ, βόλτα
Langsam und entspannt spazieren gehen, oft an einem schönen Ort oder in der Stadt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
flaniere
γ΄ ενικό πρόσωπο
flanier
ενεστώτα μετοχή
flanierend
απλός αόριστος
flanierte
παθητική μετοχή
flaniert
Παραδείγματα
Er flaniert gern durch die Einkaufsstraßen.
Του αρέσει να περιφέρεται στους εμπορικούς δρόμους.



























