Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Flasche
[gender: feminine]
01
μπουκάλι
Ein Behälter zum Aufbewahren von Flüssigkeiten
Παραδείγματα
Er öffnet die Flasche langsam.
Ανοίγει το μπουκάλι αργά.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
μπουκάλι