die Flasche
Pronunciation
/ˈflaʃə/

Ορισμός και σημασία του "flasche"στα γερμανικά

01

μπουκάλι

Ein Behälter zum Aufbewahren von Flüssigkeiten
die Flasche definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Flasche
πληθυντικός τύπος
Flaschen
Παραδείγματα
Er öffnet die Flasche langsam.
Ανοίγει το μπουκάλι αργά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store