das Flair
Pronunciation
/flɛːɐ̯/

Ορισμός και σημασία του "flair"στα γερμανικά

Das Flair
[gender: neuter]
01

γόητρο, ατμόσφαιρα

Eine besondere, anziehende Atmosphäre oder Ausstrahlung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Flairs
Παραδείγματα
Der Weihnachtsmarkt hat ein märchenhaftes Flair.
Η χριστουγεννιάτικη αγορά έχει ένα παραμυθένιο flair.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store