das flair
flair
flɛ:ɐ̯
φλεερ

Ορισμός και σημασία του "flair"στα γερμανικά

01

γόητρο, ατμόσφαιρα

Eine besondere, anziehende Atmosphäre oder Ausstrahlung 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Flairs
Παραδείγματα
Das Café hat ein französisches Flair. 

Το καφέ έχει ένα γαλλικό flair.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store