fixieren
Pronunciation
/fɪˈksiːʁən/

Ορισμός και σημασία του "fixieren"στα γερμανικά

fixieren
01

σταθεροποιώ, συνδέω

Etwas physikalisch befestigen oder in einer stabilen Position halten
fixieren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fixiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
fixiert
ενεστώτα μετοχή
fixierend
απλός αόριστος
fixierte
παθητική μετοχή
fixiert
Παραδείγματα
Der Techniker fixierte das lose Kabel.
Ο τεχνικός έφτιαξε το χαλαρό καλώδιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store