Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fixieren
01
σταθεροποιώ, συνδέω
Etwas physikalisch befestigen oder in einer stabilen Position halten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fixiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
fixiert
ενεστώτα μετοχή
fixierend
απλός αόριστος
fixierte
παθητική μετοχή
fixiert
Παραδείγματα
Der Techniker fixierte das lose Kabel.
Ο τεχνικός έφτιαξε το χαλαρό καλώδιο.



























