Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Fitness
[gender: feminine]
01
σωματική φόρμα, σωματική κατάσταση
Dِer Zustand körperlicher Gesundheit und Leistungsfähigkeit
Παραδείγματα
Mit zunehmendem Alter sollte man besonders auf die Fitness achten.
Με την αύξηση της ηλικίας, πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στη φυσική κατάσταση.


























