Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Fitness
01
σωματική φόρμα, σωματική κατάσταση
Dِer Zustand körperlicher Gesundheit und Leistungsfähigkeit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Fitness
Παραδείγματα
Regelmäßiges Training verbessert die Fitness.
Η τακτική προπόνηση βελτιώνει τη φυσική κατάσταση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
fitness
fit



























