der finalist
fi
fi
fi
na
na
na
list
ˈlɪst
list
buddhistplaylistgaleristgitarrist

Ορισμός και σημασία του "finalist"στα γερμανικά

01

φιναλίστ

Eine Person, die es bis ins Finale eines Wettbewerbs geschafft hat 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Finalisten
αρσενικό ενικό
Finalist
θηλυκό ενικό
Finalistin
neutral form
Finalist:in
γενική πτώση
Finalisten
Παραδείγματα
Er ist der Finalist im Gesangswettbewerb. 

Είναι ο φιναλίστ στον διαγωνισμό τραγουδιού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

finalist
final
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store